Δεν γεννάται λόγος πως όσοι διαθέτουν κάποιο εξοχικό, και μάλιστα όχι πολύ μακριά από την Αθήνα, περνάνε ωραία. Καθαρός αέρας, ευχάριστός ύπνος, ήσυχο περιβάλλον, ξεκουράζεις τα νεύρα σου βρε αδερφέ!
Βέβαια κάποια προβλήματα με την αραιή συγκοινωνία, κάποιες ψιλοεπιδρομές κουνουπιών, και ίσως το ξεβόλεμα από το περιβάλλον της κύριας κατοικίας μπορεί κάποιους να τους ενοχλεί. Αλλά αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά στο βάσανο της Κυριακής. Με το που ξημερώνει η αποφράς ημέρα ο παραθερίζων ετοιμάζεται να ζήσει μια αξεπέραστη τραγωδία, που το αστείο είναι ό, τι την προκάλεσε ο ίδιος.
Τι το ήθελε να διαλαλήσει σε γνωστούς και αγνώστους, όντας στη τρελή, χαρά πως:
-Ξέρεις νοίκιασα ένα ωραίο σπιτάκι στο Κιάτο, πάνω στη θάλασσα, πέρνα καμιά φορά… Τι το ήθελε αυτό το «πέρνα καμιά φορά»;
Πού να φανταζότανε τι τον περίμενε; Συρροή συγγενών, φίλων και γνωστών που εκστρατεύουν πρωί-πρωί κυριακάτικα με το πιο γλυκό χαμόγελο στα χείλη, με τα απαραίτητα δεματάκια στο χέρι –για να φεύγουμε και από την υποχρέωση- αποφασισμένοι σε κάθε περίπτωση να περάσουν καλά στην εξοχή.
Και πού να πάνε με την ακρίβεια που μας δέρνει;
-Βρε συ πώς τον ξεχάσαμε; Θα πάμε στου Μίμη στο Κιάτο. Μου έλεγε πως νοίκιασε ένα περίφημο εξοχικό. Είμαι σίγουρος πως θα χαρεί μόλις μας δει. Είναι γνωστό άλλωστε πως όσοι παραθερίζουν νοιώθουν μεγάλη μοναξιά και κάνουν κρα για παρέα! Χώρια που καιρός είναι να γνωρίσουμε και τον προαστιακό… Και ξεκινάει το τσούρμο –ποτέ κάτω από έξη νοματαίους- να φάνε και να πιούνε. Να ξεχάσουνε τις σκοτούρες της δουλειάς και της πόλης.
Ντριν… ντριν είναι 9 η ώρα το πρωί και ο Μίμης πετάγεται έντρομος από το κρεβάτι του. Τι να συμβαίνει τέτοια ώρα Κυριακάτικα;
-Γεια σας! Δεν μας περιμένατε ε;
– (Αμηχανία) Μάλλον όχι. Πως κι’ έτσι;
-Ε! Σας αποθυμήσαμε και είπαμε να έρθουμε να σας δούμε…
-Ελπίζω να μη σας δίνουμε βάρος! συμπληρώνει η σύζυγος του εισβολέα σε μια προσπάθεια να ¨γλυκάνει¨ την ατμόσφαιρα.
-Μα τι λέτε καλέ; επεμβαίνει η σύζυγος του Μίμη που έχει εν τω μεταξύ ξυπνήσει και αυτή. Και ενώ από μέσα της αναλογίζεται τι μπελάς τους βρήκε, σκάει βεβιασμένο χαμόγελο και συμπληρώνει «Μόνο που μας βρήκατε άνω-κάτω. Βλέπετε δεν ξυπνήσαμε νωρίς σήμερα».
-Σας παρακαλώ σαν στο σπίτι σας!
Την δεύτερη αμηχανία σώζει το καινούργιο Ντριν… ντριν. Νέα παρέα συν γυναιξί και τέκνοις!
-Βρε καλώς τον Θοδωρή!…
-Γεια σας! Τρομάξαμε να βρούμε το εξοχικό σας! Μπα τι βλέπω; και ο Αργύρης εδώ;
Πείτε μου τώρα σε τι ωφελεί που κάποιοι δεν ήρθανε με άδεια χέρια αλλά φέρανε μαζί και τα φαγιά τους; Τα υπόλοιπα δεν χρειάζεται να τα περιγράψω καλές μου φίλες και φίλοι. Ένα σπίτι άνω κάτω. Τα παιδιά να τρέχουν, οι μανάδες να τσιρίζουν, τα σκυλιά να γαυγίζουν, και όλοι να πηγαινοέρχονται.
Απλά η μέρα κλείνει με τους εισβολείς να φεύγουν αργά το βράδυ, την κυρία του Μίμη να τους ξεπροβοδίζει με το κλασικό «Να μας ξανάρθετε καμιά άλλη Κυριακή» και να εισπράττει το «Έννοια σας, έννοια σας τώρα που μάθαμε το σπίτι σας και την ωραία σας παρέα…
Και ο Μίμης να χτυπάει το κεφάλι του, αναθεματίζοντας την ώρα και τη στιγμή… Καλό μήνα.
Θωμάς Σιταράς









