Η πυρκαγιά στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκηςπου συνεχίζει να καίει για δεύτερη μέρα, ανέδειξε με τον πιο δραματικό τρόπο τις σύγχρονες προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η Πολιτική Προστασία. Με ανακοίνωσή της, η ΕΛ.Α.Σ. επισημαίνει ότι η διαχείριση τέτοιων σύνθετων κρίσεων απαιτεί επιστημονικά τεκμηριωμένη εκτίμηση κινδύνων, ολοκληρωμένο επιχειρησιακό σχεδιασμό και συνεχή προετοιμασία, εκφράζοντας παράλληλα τη στήριξή της σε όλους όσοι επιχειρούν στην πρώτη γραμμή της φωτιάς.
«Η μεγάλη πυρκαγιά στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης, που προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές σε επιχειρήσεις και κατοικίες, καθώς και την προληπτική εκκένωση οικισμών και του Ιδρύματος Χρονίων Παθήσεων «Άγιος Παντελεήμων» αποτελεί μία ακόμη σκληρή δοκιμασία για το σύστημα Πολιτικής Προστασίας της χώρας.
Παράλληλα, η καύση βιομηχανικών υλικών δημιούργησε εκτεταμένο και πυκνό νέφος καπνού, το οποίο, λόγω της πιθανής καύσης πλαστικών υλικών και άλλων χημικών ουσιών, που ενδέχεται να περιέχει επικίνδυνους αέριους ρύπους.
Το γεγονός αυτό προκαλεί εύλογη ανησυχία για τις επιπτώσεις στη δημόσια υγεία και καθιστά αναγκαία τη συνεχή παρακολούθηση της ποιότητας του αέρα από τις αρμόδιες αρχές, καθώς και την έγκαιρη έκδοση σαφών οδηγιών προς τους κατοίκους για τα απαραίτητα μέτρα αυτοπροστασίας.
Το γεγονός ότι η πυρκαγιά εξελίχθηκε σε ένα περιστατικό όπου συνυπάρχουν δασική πυρκαγιά, βιομηχανικό ατύχημα, περιβαλλοντική επιβάρυνση και απειλή για την υγεία του πληθυσμού, αποδεικνύει ότι η Πολιτική Προστασία του 21ου αιώνα καλείται να διαχειριστεί πλέον σύνθετους και αλληλεπιδρώντες κινδύνους και όχι μεμονωμένα συμβάντα.
Πρωταρχική και αδιαπραγμάτευτη μέριμνα αυτή τη στιγμή παραμένει η προστασία της ανθρώπινης ζωής. Εκφράζουμε την απόλυτη στήριξή μας στις πυροσβεστικές δυνάμεις, στους εθελοντές, στα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων που συνδράμουν στις επιχειρήσεις, καθώς και σε όλους όσοι επιχειρούν κάτω από ιδιαίτερα δύσκολες και επικίνδυνες συνθήκες. Ευχόμαστε ταχεία ανάρρωση στους πυροσβέστες που τραυματίστηκαν κατά την επιχείρηση κατάσβεσης.
Παρά τις επανειλημμένες κυβερνητικές διακηρύξεις περί «νέας εποχής» στην Πολιτική Προστασία και τις αλλεπάλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να απουσιάζει το θεμέλιο ενός σύγχρονου συστήματος διαχείρισης κινδύνων: η συστηματική, επιστημονικά τεκμηριωμένη εκτίμηση της τρωτότητας και του κινδύνου περιοχών και κρίσιμων υποδομών στο σύνολο της επικράτειας και η αξιοποίησή της στον επιχειρησιακό σχεδιασμό. Ούτε οι νόμοι από μόνοι τους αρκούν. Κρίνονται από την εφαρμογή τους και από την ικανότητά τους να αλλάζουν ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο προετοιμάζεται και λειτουργεί η Πολιτική Προστασία.
- Η σύγχρονη Πολιτική Προστασία οφείλει να γνωρίζει εκ των προτέρων:
- Ποιες περιοχές και ποιες κρίσιμες υποδομές είναι περισσότερο τρωτές.
- Από ποιους φυσικούς ή τεχνολογικούς κινδύνους απειλούνται.
- Ποια είναι η πιθανότητα εκδήλωσής τους και ποιες μπορεί να είναι οι επιπτώσεις τους
- Ποιοι είναι οι παράγοντες και τα κατώφλια ενεργοποίησης (trigger conditions) που μπορούν να μετατρέψουν έναν κίνδυνο σε καταστροφή.
- Ποιες είναι οι αναγκαίες παρεμβάσεις πρόληψης, ετοιμότητας και επιχειρησιακής προετοιμασίας για κάθε περίπτωση.
Αφού προσδιοριστούν η τρωτότητα, το επίπεδο του κινδύνου και τα κριτήρια εκδήλωσης κάθε κινδύνου, είναι απαραίτητο να καταρτίζονται εκ των προτέρων επιχειρησιακά σχέδια απόκρισης, προσαρμοσμένα στα διαφορετικά σενάρια και στα επίπεδα απειλής και να να δοκιμάζονται συστηματικά μέσω ασκήσεων ετοιμότητας και επιχειρησιακής απόκρισης, ώστε να αξιολογείται η αποτελεσματικότητά τους και να βελτιώνονται διαρκώς.
Με αυτόν τον τρόπο, όταν οι μετεωρολογικές προγνώσεις ή άλλοι δείκτες έγκαιρης προειδοποίησης συγκλίνουν με τα προκαθορισμένα κριτήρια κινδύνου, οι επιχειρησιακές δυνάμεις δεν θα καλούνται να αυτοσχεδιάσουν, αλλά θα ενεργοποιούν άμεσα τα αντίστοιχα προαποφασισμένα σχέδια δράσης, με σαφείς ρόλους, προτεραιότητες και προβλεπόμενες ενέργειες.
Αυτή ακριβώς είναι η φιλοσοφία που προωθούν σήμερα διεθνείς οργανισμοί, όπως ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) καθώς και η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία, μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας, αντιμετωπίζει την Εκτίμηση Κινδύνων και τον σχεδιασμό βάσει κινδύνου ως θεμελιώδεις πυλώνες της πρόληψης και της ετοιμότητας.
Παρακολουθούμε με ιδιαίτερη προσοχή την εξέλιξη του συμβάντος και ευχόμαστε την πλήρη αποκλιμάκωσή του, με απόλυτη προτεραιότητα την προστασία της ανθρώπινης ζωής, της δημόσιας υγείας και του φυσικού περιβάλλοντος».

