Τις προκλήσεις που δημιουργεί η κλιματική κρίση για τη δημόσια υγεία και τη λειτουργία του συστήματος υγείας ανέδειξε η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας, Ειρήνη Αγαπηδάκη, στο 7ο συνέδριο που διοργανώνουν το ygeiamou.gr και το Πρώτο Θέμα.
Η κυρία Αγαπηδάκη έδωσε έμφαση στην επιτήρηση κινδύνων στην κοινότητα, σημειώνοντας ότι «ήδη η χώρα μας, για πρώτη φορά στην ιστορία της, έχει επιδημιολόγους πεδίου». Όπως ανέφερε, «υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι επιτηρούν μια σειρά από δείκτες στην κοινότητα, όπως είναι, για παράδειγμα, τα κουνούπια», υπογραμμίζοντας ότι «ξέρουμε ότι λόγω της κλιματικής κρίσης έχουν αναβιώσει… νοσήματα που οφείλονται σε ξενιστές, όπως είναι τα κουνούπια».
Στο ίδιο πλαίσιο, περιέγραψε την ανάγκη ταχύτατης κινητοποίησης του συστήματος σε έκτακτες συνθήκες, λέγοντας ότι «γι’ αυτό παρεμβαίνουμε και στην κοινότητα και στους γιατρούς» και δίνοντας ως παράδειγμα την κακοκαιρία Daniel: «να σας πω ότι όταν προέκυψε ο Daniel, έπρεπε πάρα πολύ γρήγορα να εκπαιδεύσουμε γιατρούς, νοσηλευτές». Η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας υποστήριξε ότι «η χώρα μας έχει αποκτήσει ένα μηχανισμό αυξημένης ετοιμότητας σε καταστάσεις επείγουσας απόκρισης λόγω της κλιματικής κρίσης».
Αναφερόμενη στο ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών υγείας, έθεσε ως κρίσιμη διάκριση «δύο διαστάσεις»: «η μία αφορά την ανθεκτικότητα του συστήματος υγείας και η άλλη αφορά το κομμάτι της δημόσιας υγείας, δηλαδή την υγεία του πληθυσμού σε μεταδιδόμενα και μη μεταδιδόμενα νοσήματα». Παράλληλα, σημείωσε ότι «μένουν πολλά να γίνουν στο Ευρωπαϊκό επίπεδο» και ότι «η κλιματική κρίση μάς φέρνει σε αυτό που λέγεται Global Health, Παγκόσμια Υγεία».
Η Ειρήνη Αγαπηδάκη στάθηκε επίσης στη σύνδεση περιβαλλοντικών παραγόντων με σοβαρά νοσήματα, λέγοντας ότι «ξέρουμε ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση έχει αιτιώδη σχέση με τον καρκίνο του πνεύμονα ακόμη και σε μη καπνιστές». Στο πεδίο της πρόληψης τόνισε ότι «εμείς εφαρμόζουμε για πρώτη φορά ένα νέο πρόγραμμα» και ότι «ο έγκαιρος εντοπισμός των νοσημάτων είναι πολύ σημαντικός», υπογραμμίζοντας: «όταν εντοπίζεις τα καρδιαγγειακά νοσήματα νωρίς, αυτοί οι άνθρωποι προστατεύονται και δεν καταλήγουν στο νοσοκομείο».
Στο επίπεδο διακυβέρνησης και συντονισμού, η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας υποστήριξε ότι «χρειαζόμαστε παγκόσμια δράση, ευρωπαϊκό και διεθνή συντονισμό, δεν αρκεί ο ΠΟΥ να έχει μόνο συμβουλευτικό ρόλο». Ανέφερε ακόμη ότι «ένα από αυτά που έχουμε κάνει στο υπουργείο Υγείας μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, είναι να καταγράφουμε το ιστορικό της εκάστοτε περιοχής, έτσι ώστε να έχουμε μία πλήρη εικόνα των νοσημάτων και των πληθυσμών», προσθέτοντας ότι «ένα από τα εργαλεία είναι το Προλαμβάνω».
Σε ένα ακόμη σημείο, υπογράμμισε ότι «το εθνικό σύστημα υγείας, καμίας χώρας δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την κλιματική κρίση» και παρέπεμψε σε εκτίμηση κόστους «σύμφωνα με την έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος», λέγοντας ότι «μιλάμε για κόστος έως 2 δισ. δολάρια ετησίως από την κλιματική κρίση». Στο ίδιο πλαίσιο, ανέδειξε ως κρίσιμη παράμετρο πολιτικής «τη νέα αγροτική πολιτική, σε σχέση με τις καλλιέργειες, την ποιότητα των τροφίμων», σημειώνοντας: «αυτά είναι που πρέπει να προστατεύσουμε».
Κλείνοντας, έκανε αναφορά στην εμπειρία της πανδημίας και στα εργαλεία επιτήρησης, λέγοντας ότι «η Ελλάδα πρωτοστάτησε στην επιδημιολογική επιτήρηση επί Covid» και αναφερόμενη στο PLF: «είχαμε το PLF, το οποίο σταμάτησε, αλλά όταν εμφανίστηκε ο χανταϊός, ψαχνόμασταν όλοι, ποιος βρίσκεται σε ποια πτήση. Αν το είχαμε συνεχίσει, εφόσον έχουμε τα εργαλεία, θα το είχαμε λύσει το πρόβλημα».
Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε στο πάνελ «Κλιματική κρίση & Δημόσια Υγεία: Η αθέατη επιβάρυνση του συστήματος υγείας», με τη συμμετοχή του Μανώλη Κογεβίνα, Καθηγητή Επιδημιολογίας στο Ινστιτούτο Παγκόσμιας Υγείας της Βαρκελώνης (ISGlobal), και του Δημοσθένη Σαρηγιάννη, καθηγητή Περιβαλλοντικής Μηχανικής στο ΑΠΘ και Προέδρου του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Τη συζήτηση συντόνισε ο Γιώργος Ευγενίδης.

