Γιαννούλης στο Gazzetta: «Όλη η μπασκετική μου ζωή, ένα μάτσο αναποδιές!»

Date:

Να υποθέσω ότι έπαιζες στο εφηβικό και έκανες κάποιες προπονήσεις με τους άνδρες;

«Αυτό ήταν το πλάνο, αλλά στο ξεκίνημα βρέθηκα με την ανδρική ομάδα στο Μπόρμιο, για το βασικό στάδιο της προετοιμασίας με τον Ίβκοβιτς.»

Κατευθείαν στα “σκληρά”;

«(Γελάει!!)… Ήταν πολύ δύσκολος και ιδιαίτερος άνθρωπος. Στο δευτερόλεπτο, είτε σε έκανε βασιλιά, είτε σε ξεφτίλιζε! Θυμάμαι εκείνη την πρώτη χρονιά στην ομάδα, εγώ είχα ένα ζευγάρι παπούτσια που είχε ελαφρώς φθαρεί. Εκείνος συνήθιζε να ειρωνεύεται κάποιον που θεωρούσε ότι δεν έτρεχε όσο θα έπρεπε, με την εξής ερώτηση: “Είναι παλιά τα παπούτσια σου, ε;”… Εγώ δεν το ήξερα καθόλου αυτό και μόλις μου το λέει, του απαντάω αυθόρμητα “ναι coach, αλλά δεν έχω άλλα!”… Με το που το ακούει, γίνεται “κόκκινος”, έρχεται κοντά μου και μου λέει “τρέξε ρε!” και με λούζει στα μπινελίκια! Έκτοτε, δεν ξαναπερπάτησα! Εν τω μεταξύ, δίπλα ήταν ο Μπουντούρης, ο οποίος ευτυχώς, ήταν αυτός που την πλήρωνε όταν κάναμε βλακεία είτε εγώ, είτε ο Ρεντζιάς.»

Αυτή ήταν η πρώτη σου “καλή γνωριμία” με τον “Ντούντα”;

«Τώρα που είπες “Ντούντα”… Προς τιμήν του, την επόμενη μέρα από εκείνο το περιστατικό, πάω στα αποδυτήρια και βλέπω στην θέση που καθόμουν τρία ζευγάρια παπούτσια του κουτιού. Επειδή δίπλα μου καθόταν ο Μπάνε, τον κοιτάζω και μόλις του λέω “με γεια τα καινούρια παπούτσια”, μου απαντάει “είναι δικά σου, τα έστειλε ο Ντούντα”. Εγώ δεν είχα μάθει ακόμη αυτό το παρατσούκλι του coach και μόλις λέω “ποιος είναι ο Ντούντα;”, σηκώνεται ο Γαλακτερός με τον Τσέκο και με αρχίζουν σε κάτι σφαλιάρες, όλες δικές μου! Τότε ό,τι χαζομάρα λέγαμε ή κάναμε οι μικροί, έπεφτε φατούρο από τους μεγάλους. Η ουσία είναι ότι ενώ ο Ίβκοβιτς με είχε ξεφτιλίσει, μετά που κατάλαβε ότι δεν τον είχα κοροϊδέψει, έδωσε εντολή να μου φέρουν καινούρια παπούτσια.»

Γενικά πάντως και ακόμη περισσότερο οι μικροί, θα πρέπει να ήσασταν πολύ προσεκτικοί γιατί ό,τι και να λέγατε, θα μπορούσε να παρεξηγηθεί…

«Εννοείται! Μπερδευόταν κιόλας με τις γλώσσες, μία μιλούσε αγγλικά, μία ελληνικά και μερικές φορές δεν καταλάβαινε κι εκείνος τι έλεγε. Εν τω μεταξύ, ενώ σε όλους τους Έλληνες μιλούσε ελληνικά, εμένα μου μιλούσε στα αγγλικά. Επειδή είχε μάθει ότι έχω καναδικό διαβατήριο. Προσπαθούσα, λοιπόν, να βρω την καλύτερη ευκαιρία για να καταλάβει ότι ξέρω ελληνικά και πήγαινα δίπλα στον Μπουντούρη και φώναζα, αλλά οι μεγάλοι δεν με αφήναν να αγιάσω. Κάποια στιγμή δεν άντεξα και πήγα και του το είπα. Μου απάντησε το εξής αμίμητο: “Μιλάς ελληνικά μπρε, είσαι έξυπνος;”… Κι έπεσαν όλοι κάτω από τα γέλια… Γενικά γινόντουσαν απίστευτες πλάκες…»

Αλλά και τεχνητές κρίσεις, να υποθέσω, που πολλές φορές δεν είχαν και την καλύτερη κατάληξη…

«Μία φορά, μετά από δύο προπονήσεις το πρωί, τρέξιμο στις 6 και μετά δύο ώρες στο γήπεδο με μπάσκετ, καθόμουν στο εστιατόριο μετά το φαγητό κι επειδή ήμουν πτώμα στην κούραση, είχα γείρει. Δίπλα μου ήταν ο Κουκλάκης, που είχε το συνήθειο να τρέφεται κυρίως με γλυκά και γι’ αυτό είχαν σαπίσει τα δόντια του. Εμάς τους δύο, μας είχε βάλει στο μάτι γιατί έπρεπε να βάλουμε κιλά. Και όπως είχα ψιλογλαρώσει, κάποια στιγμή με βλέπει από τρία τραπέζια πιο πέρα και μου φωνάζει: “Στο σπίτι σου, έτσι κάθεσαι στο τραπέζι;”… Πετάγομαι όρθιος και λέω αμέσως “συγνώμη”! Από ένα διπλανό τραπέζι, όμως, ακούστηκε ένα υπόκωφο “ναι” και ο coach νόμισε ότι το είπα εγώ! Δεν μπορείς να φανταστείς τί έγινε… Πέταξε το τραπέζι, πετάχτηκαν τα φαγητά πάνω στον Λάιο και τον Μαρκόπουλο, πήρε παραμάζωμα κάτι καρέκλες και έρχεται καταπάνω μου να με σκοτώσει…»



Και πως σώθηκες;

«Για καλή μου τύχη, έκανε το λάθος να πεταχτεί ο Μπουντούρης και λέει: “συγνώμη coach, να πω κάτι; Δεν είπε ‘ναι’ ο νεαρός!”. Τι το ‘θελε; Την πλήρωσε αυτός που πήγε να με υπερασπιστεί και τα άκουσε… χοντρά! Να μιλάει στην μούρη του Νίκου και να τον φτύνει, λέγοντάς του ότι εκείνος φταίει και ότι ως μεγαλύτερος, θα έπρεπε να με μάθει τρόπους και άλλα τέτοια. Και από πίσω ο Μαματζιόλας να γελάει και να μου λέει ψιθυριστά ότι μετά, θα φάω τρελό ξύλο από τον Μπουντούρη. Απίστευτα σκηνικά…»

Υπήρχε κάποιος στον ΠΑΟΚ εκείνης της εποχής, που δεν τον είχε βρίσει ποτέ;

«Μόνο ο Πρέλεβιτς. Μόνο αυτόν σεβόταν και δεν διανοούνταν ποτέ να του πει το παραμικρό. Οι υπόλοιποι, Φασούλας, Μπάρλοου, Κόρφας, Λέβινγκστον, όλοι τους είχαν ακούσει τον εξάψαλμο.»

Εκείνη την χρονιά, νομίζω ότι δεν έπαιξες σχεδόν καθόλου…

«Ισχύει! Αλλά έκανα τρομερή δουλειά στις ατομικές προπονήσεις με τον Μίνιτς, στον οποίο είχε δώσει ρητή εντολή ο Ίβκοβιτς να με ετοιμάσει για του την επόμενη χρονιά. Όπως κι έγινε! Αλλά στα χέρια του πέρασα δύσκολα! Να φανταστείς ότι δεν με άφησε να πάω πενταήμερη. Του λέω “coach, θέλω πέντε μέρες να πάω εκδρομή με το σχολείο.”. Μου απαντάει ότι “σε αυτές τις πέντε μέρες που οι άλλοι θα είναι εκδρομή, εσύ θα κάνεις τρεις φορές την μέρα προπόνηση. Στις 8 το πρωί, στη μία το μεσημέρι και στις 8 το βράδυ!”… Μία από τις επόμενες μέρες, που υποτίθεται θα έπρεπε να είμαι στο σχολείο, έκανα κοπάνα και πήγα απέναντι από το σπίτι που έμενα σε κάτι ηλεκτρονικά. Είχα πάρει φραπέ, έπιασα στασίδι, έβαλα δύο δεκάρικα στο bubble bubble και είπα στον μαγαζάτορα “σε δύο ώρες, σηκώστε με!”. “Γιατί;, δεν θα χάσεις;”, μου λέει. “Δεν χάνω εγώ, είμαι από την Καρδίτσα, μεγάλε! Μπιλιάρδο και φλιπεράκι είναι το στοιχείο μου”, του απαντάω… Κι εκεί που είχα αράξει, με παντελονάκι, καρό πουκάμισο και τρακτερωτό παπούτσι, περνάει απ’ έξω ο Μίλαν και με βλέπει. Μπαίνει μέσα, με πιάνει από την φαβορίτα, με σέρνει στο γήπεδο και με πλακώνει δύο ώρες στην προπόνηση, χωρίς καν να αλλάξω και να βάλω τα αθλητικά! Αλλά του αναγνωρίζω ότι με βελτίωσε πάρα πολύ.»

Η συνύπαρξη με τόσα αστέρια εκείνης της εποχής (Πρέλεβιτς, Φασούλα, Λέβινγκστον κ.α.) πως ήταν;

«Τίποτε, ήμουν ο μικρός, ήμουν ήσυχος αλλά μέσα στο γήπεδο είχα πολύ θράσος. Με γούσταραν οι μεγάλοι, αλλά όποιον συμπαθούσαν τον βαράγανε… Στην αρχή ήμουν δωμάτιο με τον Κόρφα, μετά με τον Μπάνε και κατέληξα με τον Γαλακτερό, με τον οποίο έχουμε ακόμη στενές σχέσεις.»

Και την επόμενη χρονιά ήρθε ο Σάκοτα και ήταν η σεζόν που ο ΠΑΟΚ είχε δύο μικρούς ταλαντούχους ψηλούς, καθώς εν τω μεταξύ είχε έρθει και ο Ρεντζιάς…

«Ναι είμαστε τυχεροί γιατί η ομάδα είχε πάρει τον Λάμπλεϊ για βασικό ψηλό και από ‘κει που ήταν παιχτάρα και δεν άφηνε γυναίκα για γυναίκα στα μπαρ, όταν ήρθε στην Θεσσαλονίκη, εντελώς ξαφνικά την ψώνισε με την θρησκεία, το ‘ριξε στην μελέτη της Βίβλου και “κάηκε”. Θυμάμαι ότι τότε όλοι βρίζανε τον Κόρφα, γιατί ο Τζόνι τον ήξερε, είχε πει ότι ήταν καλός παίκτης και στον ΠΑΟΚ δεν έπαιξε τίποτε. Κάπως έτσι μας δόθηκε η ευκαιρία να παίξουμε εμείς και να αναδειχτούμε…»

Ακολούθησε το καλοκαίρι του 1993, όπου πήρατε το Πανευρωπαϊκό με την Εθνική παίδων στην Τουρκία…

«Νομίζω ότι εκείνη η φουρνιά ήταν η καλύτερη όλων των εποχών στις μικρές ηλικίες της Εθνικής ομάδας, γιατί σε 3 χρόνια χάσαμε ένα ματς με την Ισπανία και τέλος. Ο προπονητής δεν ήξερε ποιον να βάλει. Για να χωρέσουμε όλοι, έβαζε τον Παπανικολάου στο “2”. Είχαμε οκτώ παίκτες πάνω από 2,03

Την αμέσως επόμενη σεζόν (1993-94), ήταν που ήρθε ο Πέτζα. Κολλήσατε αμέσως;

«Τον πρώτο μήνα, με τον Ευθύμη (σ.σ.: Ρεντζιά) τον κοιτάγαμε με μισό μάτι. Ήταν και η μόδα τότε με τις ελληνοποιήσεις των “Γιούγκων”, που μας έπαιρναν τις θέσεις και δεν τον κάναμε παρέα. Και τότε δεν είχε έρθει μόνο ο Στογιάκοβιτς. Ήταν μαζί ο Νεστέροβιτς και ο Ρέλιτς. Αλλά και οι τρεις ήταν πολύ καλά παιδιά και μετά από κανά μήνα γίναμε κολλητοί. Σκέψου ότι ο Πέτζα δεν ήξερε ελληνικά τότε. Μας έβαλε ο Αλεξανδρής δωμάτιο και μου είπε: “Εκείνος θα σου κόψει το τσιγάρο κι εσύ θα του μάθεις ελληνικά!”…»

Στον ΠΑΟΚ συνεργάστηκες συνολικά με 14 προπονητές. Ποιος σε βοήθησε περισσότερο;

«Ο Σάκοτα που με πίστεψε και τον θεωρώ σαν πνευματικό μπασκετικό μου πατέρα. Μου έδωσε τον περισσότερο χρόνο συμμετοχής, γιατί τότε είχαν πέσει όλοι πάνω στον Ρεντζιά, που είχε κοστίσει αρκετά χρήματα στον ΠΑΟΚ. Ο Ντράγκαν μας έβαλε σε έναν καλώς εννοούμενο ανταγωνισμό με τον Ευθύμη, να πλακωνόμαστε μπασκετικά για να γινόμαστε καλύτεροι. Θυμάμαι τότε είχαμε κόντρα ποιος θα παίξει περισσότερο χρόνο. Δεν σκεφτόμαστε ότι είμαστε 18 χρονών και παίζαμε και οι δύο από 20 λεπτά μέσο όρο. Σκέψου ότι σε ηλικία 19 ετών, έπαιξα Εθνική ανδρών. Και τώρα κάνουν αφιέρωμα σε κάποιον που βάζει 8 πόντους στον Παναθηναϊκό και είναι ρεκόρ καριέρας…»

Δημοφιλής

Περισσότερα σαν αυτό
Σχετίζεται με

«Μόλις σκότωσα τον μπαμπά μου»: Η ιστορία-σοκ που έγινε ντοκιμαντέρ στο Netflix

Ο Anthony Templet δεν έχασε χρόνο για να πει στην τηλεφωνήτρια...

Ευρώπη: Χωρίς ηγεσία στη δίνη των κρίσεων

Η μία κρίση διαδέχεται την άλλη και η Ευρωπαϊκή...

Αυτοκίνητο στο Σικάγο «γκάζωσε» και σκότωσε τρεις ανθρώπους

Tρεις άνδρες σκοτώθηκαν και άλλος ένας τραυματίστηκε σοβαρά στο...